Η Αγία Σοφία, το Ισλάμ, η νεωτερικότητα

Μια ιστορία ξεκάθαρη και σαφέστατη, την οποία παρενοχλούν υπερβολικά πολλά διφορούμενα (σχεδόν όλα ηθελημένα)
scritto da Φράνκο Καρντίνι
Condividi
PDF

versione italiana

Η ιστορία ενός μνημείου- ντοκουμέντου

Η Santa Sofia, όπως συνηθίσαμε να την αποκαλούμε στην Ιταλία, δηλαδή η Αγία Σοφία όπως ονομαζόταν μετά την κατασκευή της, Ayasofya όπως την αποκαλούν οι Τούρκοι, οικοδομήθηκε με ευρύ κεντρικό κλίτος κατά πάσα πιθανότητα στο πρότυπο των ελληνιστικών- ρωμαϊκών μαυσωλείων, τα οποία αρχικά προορίζονταν στην επικύρωση της θεοποίησης των αυτοκρατόρων ως  sacrae personae, που ελάμβαναν θεϊκή διάσταση μετά θάνατον. Σύμφωνα με την παράδοση, τα θεμέλια ετέθησαν από τον Κωνσταντίνο το 330 περίπου, ώστε να τοποθετήσει εκεί τα ιερά λείψανα από τα Πάθη του Χριστού που η μητέρα του, η Ελένη, πιστή χριστιανή, είχε εντοπίσει στην Ιερουσαλήμ. Την ολοκλήρωσε ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος Β΄ το 360. Το 404 όμως πυρπολήθηκε κατά τη διάρκεια μιας εξέγερσης, ξαναχτίστηκε στον 6ο αιώνα από τον Ιουστινιανό ως η πλουσιότερη και πιο επιβλητική εκκλησία της πρωτεύουσας. Ο αυτοκράτορας διατήρησε την αφιέρωση του ναού στη Θεϊκή Σοφία, δηλαδή στο δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας, τον Υιό.

Ο αυτοκράτορας και νομοθέτης παρήγγειλε στους αρχιτέκτονες Ισίδωρο της Μιλήτου και Ανθέμιο από τις Τράλλεις ένα περίπλοκο έργο συνολικής αναδιάρθρωσης που διήρκεσε μόνον πέντε έτη καθώς υποστηρίχτηκε από κολοσσιαίων διαστάσεων χρηματοδότηση. Ο τεράστιος θόλος, με διάμετρο περίπου τριάντα μέτρων, κατέρρευσε το 555-556 και αντικαταστάθηκε από οικοδόμημα μικρότερων διαστάσεων το οποίο εντούτοις με 61 μέτρα ύψος, 77 μήκος και 71 φάρδος, αποτελούσε το πιο μεγαλειώδες μνημείο της αυτοκρατορίας. Άφθονα  μάρμαρα και πολύτιμα μέταλλα χρησιμοποιήθηκαν για το οικοδόμημα, το εσωτερικό του οποίο ήταν καλυμμένο εξ ολοκλήρου με ψηφιδωτά. Οι πέτρες και οι στήλες που χρησιμοποιήθηκαν στην κατασκευή του προέρχονταν, απ΄ ο,τι ελέγετο, από διάφορα μέρη της αυτοκρατορίας, κυρίως λεηλατώντας το μεγάλο ναό της Αρτέμιδος στην Έφεσο. 

Τον 7ο αιώνα στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, που συνήθως αποκαλούμε Βυζάντιο, ξέσπασε η εικονοκλαστική κρίση. Διάφοροι αυτοκράτορες εντάχτηκαν στο κίνημα που αντιτίθετο στη λατρεία των ιερών εικόνων, την οποία κατηγορούσαν ότι ευνοούσε την ανάδειξη μιας μορφής ειδωλολατρίας. Η παρατεταμένη περίοδος διαμάχης τερματίστηκε επί της βασιλείας του Μιχαήλ, όταν, σε μια τελετή στην Αγία Σοφία στις 11 Μαρτίου 843, επαναδιατύπωσε οριστικά και με κάθε επισημότητα τις αποφάσεις της δευτέρας συνόδου της Νίκαιας, νομιμοποιώντας εκ νέου την προσκύνηση των εικόνων, σύμφωνα με την τη λατρεία προς τον Θεό και τη «δουλεία» (απόδοση τιμών) προς την Παρθένο Μαρία, τους Αγγέλους και τους Αγίους. 

Μετά το Μεγάλο Σχίσμα του 1054, η Αγία Σοφία έγινε η πιο σημαντική εκκλησία της ελληνικής χριστιανικής λατρείας, που αποκαλείται «ορθόδοξη», σε αντίθεση  – με πολλές διαφορές στη λειτουργία και στους κανόνες, αλλά ελάχιστες σε θεολογικό επίπεδο – με τη λατινική που αποκαλείται «καθολική».

Σύμβολο της θρησκευτικής ενότητας της αυτοκρατορίας, η εκκλησία απειλήθηκε σοβαρά στη φάση που προετοίμαζε τη λατινική άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204: τότε – στο πλαίσιο της «Τέταρτης Σταυροφορίας» – σημειώθηκε ένα πολύ σοβαρό επεισόδιο τη στιγμή που ο Αλέξιος 4ος (ο νεαρός πρίγκιπας που οι «σταυροφόροι» και οι Ενετοί είχαν επαναφέρει στο θρόνο μαζί με τον πατέρα του μετά από πραξικόπημα του θείου του, παίρνοντας ως αντάλλαγμα την υπόσχεση ότι θα αμειφθούν πλουσιοπάροχα) βρισκόταν μακριά από την Πόλη συνοδευόμενος από μερικούς Φράγκους βαρόνους σε εκστρατεία εναντίον των Βουλγάρων. Μια συμμορία με Φλαμανδούς, Πιζάνους και Ενετούς επιτέθηκε στην μουσουλμανική συνοικία της Κωνσταντινούπολης για να τη λεηλατήσει: οι κάτοικοι αντέδρασαν και οι Έλληνες τους βοήθησαν. Τα επακόλουθα ήταν πολύ σοβαρά: ξέσπασε μια πυρκαγιά και ο άνεμος τη δυνάμωσε και την επέκτεινε για περίπου πεντακόσια μέτρα, αγγίζοντας την Αγία Σοφία. Ακλούθησαν εβδομάδες μεγάλης έντασης, που αποκορυφώθηκαν όταν οι σταυροφόροι  λεηλάτησαν και κατέλαβαν την πρωτεύουσα. Οι επικεφαλής της σταυροφορίας είχαν ήδη φροντίσει εκ των προτέρων να συσκεφθούν και να μοιράσουν τη λεία και την αυτοκρατορία: ο Λατίνος πατριάρχης που γρήγορα θα χειροτονείτο θα έπαιρνε την Αγία Σοφία, η οποία θα άλλαζε από το ελληνικό τυπικό στο λατινικό που οι κατακτητές ήθελαν να επιβάλουν σε μια πρωτεύουσα που αντιδρούσε αρνητικά. Ακριβώς στο ναό αυτό στις 16 Μαΐου 1204 ο κόμης Βαλδουίνος 9ος της Φλάνδρας στέφτηκε αυτοκράτορας Κωνσταντινουπόλεως, ενώ ο Βενετσιάνος Τομάζο Μοροζίνι έγινε πατριάρχης.

 Κατά τον ίδιο τρόπο, στις 13 Μαρτίου 1261, όταν, με τη βοήθεια των Γενοβέζων, εχθρών των Ενετών, οι Έλληνες επανέκτησαν την πόλη ή ο,τι είχε απομείνει μετά τις καταστροφές, πάντα στην Αγία Σοφία ο Μιχαήλ 8ος στέφθηκε ως νέος βασιλεύς  της δυναστείας των Παλαιολόγων. Όσοι θέλουν να μάθουν περισσότερα, ας διαβάσουν το καλό βιβλίο της Marina Montesano, Dio lo volle?, εκδ. Salerno, Ρώμη 2020.

Η βυζαντινή αυτοκρατορία συνέχισε με κόπο την ύπαρξη της για σχεδόν δυο αιώνες,  μέχρις ότου οι Οθωμανοί δεν της έδωσαν το τελειωτικό πλήγμα. Αυτό όμως δεν συνέβη πριν οι καθολικοί επιβάλουν, ως αντάλλαγμα για μια βοήθεια που ουδέποτε προσέφεραν, ενάντια στο νέο κίνδυνο που εκπροσωπούσαν οι Οθωμανοί Τούρκοι, την βίαιη ευθυγράμμιση των Ελλήνων στην εξουσία του ποντίφικα, άρα η άνωθεν επιβολή να τελειώσει το σχίσμα. Η αυτοκρατορική αυλή υπέκυψε στον εκβιασμό, αλλά μεγάλο μέρος του ορθόδοξου κλήρου και του λαού της Κωνσταντινούπολης πρόβαλε σθεναρή αντίσταση: πάλι στην Αγία Σοφία στις 12 Δεκεμβρίου 1452, παρουσία του καρδιναλίου Ισιδώρου του  Κίεβου, που επιλέχτηκε ως Λατίνος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και επί τούτου αφιχθείς από τη Ρώμη, τελέστηκε το τέλος του σχίσματος του 1054. Και τότε άρχισαν οι Έλληνες να ψιθυρίζουν ότι το «φακίολον Τούρκων» ήταν σε τελευταία ανάλυση «κρειττότερον ή καλύπτραν λατινικήν» σε ο,τι αφορούσε τη θρησκευτική ελευθερία.

Μετά την οθωμανική κατάκτηση του 1453, ο σουλτάνος Μεχμέτ 2ος μετέτρεψε την εκκλησία σε τέμενος : μια βίαιη μετατροπή, με έντονο και εμφανή συμβολισμό, για την οποία εντούτοις ο έλληνας πατριάρχης Γεννάδιος – που είχε αναδεχτεί ηγέτης του χριστιανικού  millet του σουλτανάτου και εξαιρετικός συνεργάτης του σουλτάνου – αποζημιώθηκε με την καταβολή κάποιου ποσού. Κάποιες άλλες εκκλησίες της αυτοκρατορίας μετατράπηκαν σε τεμένη, αλλά άλλες παρέμειναν χώροι χριστιανικής λατρείας. Η οθωμανική αυτοκρατορία μπορεί να κατηγορηθεί για πολλά στα περισσότερα από πεντακόσια χρόνια της ύπαρξης της, από το 1453 μέχρι την επομένη της ήττας του 1918: δεν μπορούμε όμως να την κατηγορήσουμε για θρησκευτική μισαλλοδοξία ή καταπίεση.

Όπως μαρτυρούν πολλοί χρονογράφοι της εποχής, συμπεριλαμβανομένου του Φλωρεντινού Κριστόφορο Μπουοντελμόντι, κατά τη στιγμή της κατάκτησης το κτίριο βρισκόταν σε άθλια κατάσταση. Τα έργα αποκατάστασης, που εγκαινιάστηκαν από τον Μεχμέτ, τον επονομαζόμενο  αλ-Φάθι, «ο Πορθητής», προχώρησαν υπό τους διαδόχους του κατακτητή. Τα τελευταία σημαντικά έργα, που πραγματοποιήθηκαν στα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα, ανατέθηκαν σε Ιταλούς αρχιτέκτονες. Συνολικά, ωστόσο, η μετατροπή από εκκλησία σε τζαμί δεν περιελάμβανε επεμβατικές αλλαγές, εκτός από την κατασκευή του μιχράμπ (η θέση προσευχής προσανατολισμένη προς τη Μέκκα) και του μιμπάρ (ο υψηλός άμβωνας δίπλα σε αυτό) και την τοποθέτηση των ονομάτων του προφήτη Μωάμεθ και των πιο σημαντικών συντρόφων του (ανσάρ) να κρέμονται από την οροφή σε μεγάλες κυκλικές υποστηρίξεις κατασκευασμένες από δέρμα καμήλας. Τα πολύτιμα ψηφιδωτά που απεικονίζουν τον Θεό, την Παναγία, τους αγίους, τους αγγέλους, τους αυτοκράτορες και τους πατριάρχες μερικές φορές καλύφθηκαν με ένα πέπλο ασβέστη (αλλά χωρίς να υποστούν βλάβη) ή καλύφθηκαν με κουρτίνες.

Μετά την διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την εθνικιστική επανάσταση του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, το 1935 επικράτησε η βούληση να μετατραπεί η Αγία Σοφία σε «κοσμικό ναό», δηλαδή μουσείο, σύμφωνα με την κυβερνητική πολιτική. Τα τελευταία χρόνια, ο πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επέτρεψε, για να μην πούμε ευνόησε, την μετατροπή αρκετών κτιρίων της χώρας εκ νέου σε τόπους λατρείας: στην Κωνσταντινούπολη τη Μονή της Χώρας, μια άλλη βυζαντινή εκκλησία στην Κωνσταντινούπολη που είχε επίσης γίνει τζαμί και στη συνέχεια μουσείο· και εκτός της πρωτεύουσας παρόμοια κτίρια στη Νίκαια και την Τραπεζούντα. Εδώ και μερικά χρόνια, ο πρόεδρος είχε επανειλημμένα υποσχεθεί (ή απειλήσει, ανάλογα με την οπτική γωνία) να κάνει το ίδιο με την Ayasofya, που θα επέστρεφε στον παλαιότερο ρόλο της ως τόπος λατρείας. Πρέπει να ειπωθεί ότι διαδραμάτισε το ρόλο αυτόν – λατρεία λατινική χριστιανική, ελληνική χριστιανική ή μουσουλμανική – για περίπου 1600 χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων το ιερό κτίσμα δεν έπαψε ποτέ να είναι σε διαφορετικές μορφές ένας τόπος προσευχής αφιερωμένος στη λατρεία του μοναδικού Θεού, του Αβραάμ, του Ισαάκ, του Ιακώβ, του Ιησού και του Μουχαμάντ.

Προφανώς, ο Ερντογάν σκόπευε να κερδίσει περαιτέρω συναίνεση από την παραδοσιακή (αν όχι ακριβώς φονταμενταλιστική) βάση του κόμματός του και από διάφορους άλλους σχηματισμούς που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε, αν όχι «φονταμενταλιστές», μάλλον «πιετιστές», επιδιώκοντας με αυτό να αποδυναμώσει ορισμένες ξένες επιρροές (ειδικά την σαουδαραβική) και ταυτόχρονα να αποσπάσει την προσοχή της κοινής γνώμης της χώρας του από άλλες πτυχές της πολιτικής του που δεν είναι πάντα απολύτως διαφανής. Εν ολίγοις, στην υπόσχεση –την οποία, όπως γνωρίζουμε, τήρησε- να επιστρέψει το κτίριο στη μουσουλμανική λατρεία ενυπήρχε (και  ενυπήρξε) μια γερή προπαγανδιστική και δημαγωγική συνιστώσα: αλλά αυτό το θέμα είναι εσωτερικό της σημερινής Τουρκίας κι επάνω σε αυτό το θέμα λίγα δικαιούνται να πουν οι άλλες χώρες, ελάχιστα οι δυτικές και μη μουσουλμανικές. 

Τους τελευταίους μήνες έχει διεξαχθεί μεγάλη συζήτηση στην κυβέρνηση και την τουρκική κοινή γνώμη, αν θα κρατήσει στο κτίριο το χαρακτήρα του μουσείου που ήθελε ο “κοσμικός” Pater Patriae Ατατούρκ και αν θα περιοριστεί στη δημιουργία εντός μιας «αίθουσας προσευχής» ή στην εξ ολοκλήρου μετατροπή του σε λειτουργικό τέμενος. Υπήρξαν και άλλες προτάσεις, όπως εκείνη του Αρμένιου πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως –η οποία ήταν πολύ σημαντική παρόλο που ήταν κάπως υπερβολικά τολμηρή, δυστυχώς, στη σημερινή συγκυρία– ώστε να φιλοξενηθεί κι ένας χώρος προοριζόμενος για τη χριστιανική λατρεία. 

Από μόνη της, η επιστροφή στην αρχική ιερή λειτουργία δεν θα πρέπει να προκαλεί ανησυχία: ειδικά υπό το πρίσμα του γεγονότος ότι, ως πρωτεύουσα δύο αυτοκρατοριών, της Ρωμαϊκής και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, η Αγία Σοφία / Ayasofya δεν υπήρξε ποτέ ουδέτερο σύμβολο. Η πραγματική «ρήξη» δεν συνέβη το 1204, όταν το ιερό πέρασε από τους Έλληνες στους Λατίνους ή το 1453 όταν πέρασε από τους χριστιανούς στους μουσουλμάνους, αλλά συνέβη κατά τη διάρκεια του κοσμικού καθεστώτος του Κεμάλ, σε εποχές που ακόμη και η επίκληση του ονόματος του Θεού στο κοινοβούλιο εθεωρείτο έγκλημα. Σήμερα, μια επιστροφή στη λατρεία που να εγγυάται τη δυνατότητα επίσκεψης του κτιρίου, επιτρέποντας σιωπηρά, κατ’ ουσίαν, τη διατήρηση των λειτουργιών του μουσείου τις ώρες ελεύθερες από τη θρησκευτική λατρεία (όπως συμβαίνει και στις χριστιανικές εκκλησίες) και εξασφαλίζοντας ότι τα έργα τέχνης που περιέχονται εκεί δεν θα καταστραφούν ή αφαιρεθούν,  δεν φαίνεται να είναι κάτι που μπορεί πραγματικά να σοκάρει ή να σκανδαλίσει κάποιον. Όσο για την κατάργηση του τέλους εισόδου, που απαίτησαν οι πιο θρησκευόμενοι κύκλοι, οι οποίοι θεωρούν ότι η πληρωμή εισιτηρίου θα βλάψει τον ιερό χαρακτήρα του τζαμιού, η ζημιά θα έχει αντίκτυπο στην τουρκική κυβέρνηση που θα χάσει ένα σημαντικό έσοδο χρήσιμο για τη συντήρηση του κτιρίου. 

Τα πραγματικά προβλήματα είναι διαφορετικής τάξης: εσωτερικά της Τουρκίας, του μουσουλμανικού κόσμου στο σύνολό του και ολόκληρης της κοινωνίας μας. Ο Ερντογάν, ο οποίος δεν έχει καμία πρόθεση –ό,τι κι αν λένε οι αντίπαλοί του– να γυρίσει την πλάτη του στην επανάσταση του «Πατέρα της Πατρίδας» Ατατούρκ, επιδιώκει εδώ και χρόνια, με επιδέξια σύνεση, να προωθήσει μια γραμμή αναζήτησης της συναίνεσης  θρησκευτικών κύκλων που κυμαίνονται από την ευσέβεια του πιετισμού έως τον φανατισμό.  Το ίδιο συμβαίνει και σε πολλές άλλες μουσουλμανικές χώρες όπου οι κυβερνήσεις φαίνεται να επιτρέπουν όλο και περισσότερες θρησκευτικές πιέσεις διαφόρων ειδών, μάλλον για εργαλειακούς λόγους. Και, λυπάμαι που το λέω, οι ίδιες συμπεριφορές σημειώνονται και στην κοσμική και δημοκρατική Δύση μας. Πίσω από τη δημαγωγική – και αντικειμενικά βλάσφημη – χυδαιότητα της επίδειξης θρησκευτικών συμβόλων και προσευχών που υπαγορεύονται στο μικρόφωνο  σε πλατείες γεμάτες οπαδούς, κρύβεται αυτή η νέα στρατηγική χρήσης του Ιερού που αφορά πολλούς: μουσουλμάνους, εβραίους, χριστιανούς. Είναι απαραίτητο να επιτηρούμε με τη μέγιστη αυστηρότητα αυτές τις συμπεριφορές προκειμένου να αποτρέψουμε την εμφάνιση παρεξηγήσεων.

Κάποια προσωπική εκτίμηση

Ωστόσο, μπροστά σε γεγονότα όπως αυτά, δεν έχει κανένα δικαίωμα να κρυφτεί πίσω από το δάχτυλο της “αντικειμενικής ανάγνωσης”. Έτσι λοιπόν, καθώς μού ζητήθηκε, επιτρέψω στον εαυτό μου να εκθέσει – με τον πιο σαφή τρόπο – την προσωπική μου άποψη. 

Η Αγία Σοφία γεννήθηκε ως κτίριο που προοριζόταν για τη λατρεία του Θεού και την προσευχή, και ο λατρεμένος Θεός ήταν Εκείνος του Αβραάμ, του Ισαάκ, του Ιακώβ, του Μωυσή, του Ιησού: αργότερα θα ήταν επίσης Εκείνος του Μουχαμάντ, ο οποίος είναι απολύτως ο ίδιος που λατρεύεται στην ποικιλία των λατρειών και συλλαμβάνεται στην ποικιλομορφία των θεολογικών-λειτουργικών συστημάτων. Ως πιστός σε αυτόν τον Θεό, δεν νομίζω ότι δυσαρεστήθηκε.

Το 1935 ένας εξαιρετικός Τούρκος στρατηγός, ο οποίος είχε σπουδάσει στις στρατιωτικές σχολές του Δευτέρου Ράιχ, με τη βοήθεια του Θεού είχε ταπεινώσει την αλαζονεία των Βρετανών στη Μάχη της Καλλίπολης, ήταν πιθανώς άθεος και μυημένος στη Μεγάλη Ανατολή. Δεν τόλμησε να ξεφορτωθεί εντελώς τον Θεό, όπως είχαν κάνει με μεγάλη πεποίθηση και προσπάθεια οι οπαδοί του Μεξικανού προέδρου Βενουστιάνο Καράνθα και με πολύ μεγαλύτερες επιφυλάξεις οι Ρώσοι μπολσεβίκοι το 1917, αλλά και σε αυτό μιμήθηκε την Ευρώπη: αν δεν μπορείς να διαγράψεις τον Θεό, να τον υποβαθμίσεις σε επίπεδο μουσειακού εκθέματος. Στη Δύση αυτή η κίνηση θεωρήθηκε καλλιεργημένη, έξυπνη, πολιτισμένη, ανεκτική, λογική, προοδευτική· ως πιστός νομίζω ότι ήταν μια κίνηση κυρίως πανούργα. 

Καμιά ενενηνταριά χρόνια αργότερα, ο κόσμος έχει αλλάξει πολύ (μάλλον πολύ προς το χειρότερο). Ανάμεσα στις πιο ενδιαφέρουσες αλλά και πιο διφορούμενες και απρόσμενες καινοτομίες που επέφερε αυτή η αλλαγή ήταν η επιστροφή του Θείου, συχνά με μορφή άγρια, φανατική και παράλογη. Ο Ερντογάν βρίσκεται σε ένα δύσκολο σταυροδρόμι: πρέπει με κάποιον τρόπο να διαχειριστεί την κεμαλική κληρονομιά, την οποία δεν μπορεί και ίσως και να μην θέλει να αποκηρύξει ή/και να σπαταλήσει (οι Τούρκοι μπορούν να επιτρέψουν στον εαυτό τους μια πολυτέλεια που οι Γερμανοί, οι Ρώσοι και οι Ιταλοί δεν μπορούν) και από την άλλη πλευρά δεν μπορεί να καταστείλει αυστηρά, όπως θα ήθελε, όλες τις φονταμενταλιστικές μουσουλμανικές ομάδες που κινητοποιούνται τριγύρω του, ορισμένες από τις οποίες θα ήθελε πολύ  να τις κάνει κομματάκια. Έτσι, έχουμε εδώ  ένα χτύπημα στο μουσουλμανικό καρφί που ικανοποιεί κάπως όλους τους μετριοπαθείς «πιετιστές» που είναι με το μέρος του, καθώς και τους πιο διστακτικούς κεμαλιστές, που θέλουν να συνεχίσουν το δρόμο της δυτικοποίησης, για να το πω με τα λόγια του Αλεσάντρο Μαντζόνι, “adelante”, αλλά ” con juicio”, καθώς και τους ούτως αποκαλούμενους “μετριοπαθείς φονταμενταλιστές” που τον στηρίζουν (επί παραδείγματι, η κεντρώα πτέρυγα των  Αδελφών Μουσουλμάνων). Κι ας εξοργίζει τους πιο ορθόδοξους κεμαλιστές (ευθυγραμμισμένοι ως προς αυτό με την ηγεσία της δυτικής άρχουσας τάξης , είτε αυτή είναι κοσμική είτε είναι χριστιανική: διότι αυτή είναι η παράδοξη αλήθεια για τους “τρομοκράτες”) και αφήνει δυσαρεστημένους και γεμάτους καχυποψία, για να μην πούμε  αγανακτισμένους, τους φονταμενταλιστές που ακολουθούν τη σαλαφιτική ή γουαχαβιτική δοξασία στην υπηρεσία της Σαουδικής Αραβίας (και ως εκ τούτου του Τράμπ). Και ένα χτύπημα στο δυτικό πέταλο,  κοσμικό ή  χριστιανικό δεν διαφέρει, που καθησυχάζεται αναφορικά με  την υπέροχη και προοδευτική μοίρα της Αγίας Σόφιας ως μουσείο και της κλείνει το μάτι,  καθιστώντας σαφές ότι σε τελική ανάλυση το κτίριο θα γίνει τζαμί για πέντε σύντομες ημερήσιες προσευχές (εκ των οποίων τουλάχιστον δύο εκτός του ωραρίου επίσκεψης) και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα για την Κούτμπα της Παρασκευής (στον Άγιο Πέτρο οι τουρίστες εξωθούνται καθημερινά από το κτίριο για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα). Η απόφαση να παραμείνουν οι ιερές εικόνες (παρέμειναν εκεί για αιώνες ολόκληρους, όταν η Αγία Σοφία ήταν τζαμί, σε ορισμένες χρονικές στιγμές τις κάλυψαν με πέπλο ή άπλωσαν επάνω τους ασβέστη, αλλά βασικά ποτέ κανείς δεν ενοχλήθηκε από αυτές) είναι ένα ημίμετρο εμπνευσμένο ίσως από την καθολική Εκκλησία. Είναι καλό να αφήσουμε τους τουρίστες να επισκέπτονται τα ιερά κτίρια, αλλά είναι απαράβατος νόμος να μην επιτρέπεται η βεβήλωση.

Οι influencers που μίλησαν για «εικονοκλασία» ή που έφτασαν στο σημείο να επικαλούνται  το φάντασμα των Βούδα του Μπαμιγιάν δεν γνωρίζουν ούτε τον Ερντογάν, ούτε τι είναι το ίδιο το Ισλάμ, ούτε ποια είναι τα σημερινά του προβλήματά, ούτε τι είναι η Τουρκία αυτή την περίοδο. Θα ήθελα να προσθέσω σε εντελώς προσωπικό επίπεδο, ως «πνευματικός υιός» του Τάγματος του Ιησού, καθώς έχω την τιμή να είμαι, ότι η θέση μου αυτή συμπίπτει πλήρως και επακριβώς με εκείνη του μακαριότατου Πατρός και αδελφού παρά τον Άγιο Ιγνάτιο, ο οποίος αυτή τη στιγμή κάθεται για τη δόξα του Θεού και για καλή μας τύχη στον παπικό θρόνο. Θα ήθελα να καταστήσω σαφές ότι δεν τρέφω καμία συμπάθεια αυταρχικού τύπου για τον κύριο Ερντογάν (ανήκω αντ’ αυτού στη γραμμή Πούτιν-Ροχανί), αλλά ότι η λύση να ξαναγίνει – επισήμως αλλά ουσιαστικά part time – η Αγία Σοφία τζαμί με αφήνει ικανοποιημένο, καθώς ως πιστός δεν μπορώ παρά μόνο να χαίρομαι όταν ένας domus orationis  ανάγεται στην αρχική και πρωταρχική λειτουργία του. Προσθέτω ότι θα με έκανε απόλυτα ευτυχή η λύση που πρότεινε ο Αρμένιος πατριάρχης, δηλαδή η αποκατάσταση της λατρείας να επιτρέπεται και στους χριστιανούς (όπως συνέβη στο παρελθόν σε ορισμένες καθολικές εκκλησίες, αρχής γενομένης  από το τζαμί αλ Άκσα της Ιερουσαλήμ, όταν υπήρχαν οι Ναΐτες. Μόνο για να εξηγήσουμε γιατί αυτό δεν είναι δυνατόν σε ισλαμικό καθεστώς θα έπρεπε να ανοίξουμε μια πολύ μεγάλη παρένθεση κι εδώ δεν είναι δυνατόν· αρκεί να γνωρίζουμε ότι η λεγόμενη “μισαλλοδοξία” δεν έχει καμία σχέση με αυτό), αλλά για να γίνει αυτό δεν έχουν ακόμη ωριμάσει οι συνθήκες: ελπίζω να ωριμάσουν, αλλά θα χρειαστεί μια βαθιά τομή που από πάρα πολλές απόψεις είναι ακόμη πολύ μακριά μας.

Θα μπορούσε κανείς να μού απαντήσει  ότι ο αδελφός μου ο Επίσκοπος της Ρώμης, τον οποίο έχω την τιμή να υπηρετώ perinde ac cadaver, εξέφρασε τη  «θλίψη» του για το θέμα της Αγίας Σοφίας. Έτσι λέγεται, και δεν ήμουν σε θέση να ελέγξω: και δεν φαίνεται οι λόγοι για αυτή τη “θλίψη” να  έχουν ποτέ διευκρινιστεί. Μήπως του προκάλεσε «θλίψη» το γεγονός ότι ένα μνημείο που για πάνω από μιάμιση χιλιετία ήταν ένα θρησκευτικό οικοδόμημα αφιερωμένο στο Θεό και τώρα, λιγότερο από έναν αιώνα μετά τη βεβήλωσή του, έχει επιστρέψει ξανά να πληροί το σκοπό για τον οποίο είχε οικοδομηθεί; Είναι ένα τέτοιο ενδεχόμενο πραγματικά αξιόπιστο; Ή υπάρχει άλλη εξήγηση; 

Ωστόσο, παίρνω προσωρινά στα σοβαρά την κραυγή της ποντιφικής  “θλίψης» και εικάζω ότι αν ο Πάπας πράγματι την εξέφρασε, οδηγήθηκε στην επιλογή αυτή από την επίγνωση της σύγχυσης που βασιλεύει ακόμη και μεταξύ των καθολικών και ως εκ τούτου επικροτώ την ιησουίτικη σύνεση του: έχει βαθιά επίγνωση του γεγονότος ότι στο κοπάδι με περισσότερα από 1.200.000.000 πρόβατα των οποίων είναι πάστορας αφθονούν τα αγράμματα θηρία, τα ηλίθια και ψωραλέα, τα οποία (δυστυχώς, λέω), δεν είναι ούτε συνετό ούτε φιλανθρωπικό να σκανδαλίζονται. Αλλά εγώ, στην ταπεινότητα μου, είμαι πεπεισμένος ότι oportet ut scandala evenient,και τα σκανδαλίζω όποτε μπορώ και θα ήθελα πολύ να τους κλωτσήσω τον πισινό, επειδή δεν είμαι πάστορας. Ωστόσο, μπορώ να σας διαβεβαιώσω, και ξέρω τι σας λέω, ότι ο Άγιος Πατέρας στην πραγματικότητα έχει την ίδια δική μου άποψη: ή μάλλον, εγώ έχω την ίδια άποψη με εκείνον.

Το Ισλάμ και η λατρεία των εικόνων

Μεταξύ των πολλών ανοησιών  που ελέχθησαν για το όλο θέμα, μερικές από τις πλέον μεγαλειώδεις σχετίζονται με τα περίφημα ψηφιδωτά, ή τουλάχιστον τα ολίγα από αυτά που έχουν παραμένει. Θα καλύπτονται κατά τη διάρκεια της προσευχής, με ένα πολύ ελαφρύ και καθόλου  επεμβατικό σύστημα κουρτινών. Κάποιος ηλίθιος έχασε άλλη μια ευκαιρία να το βουλώσει, αναφέροντας την περίπτωση του “Βούδα του Μπαμιγιάν” που ανατινάχθηκε πριν από μερικά χρόνια από τους Ταλιμπάν και υποθέτοντας ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί στο μέλλον και στην Τουρκία. 

Δεδομένου ότι δεν μπορούμε ποτέ να υποθηκεύσουμε το μέλλον και ότι στην ιστορία η χρήση του “πάντα” και του “ποτέ” αναφορικά με το μέλλον θα πρέπει να απαγορευτεί αυστηρά, δεν μπορούμε παρά  να επαναλάβουμε ότι το Ισλάμ δεν είναι καθόλου ενιαίο ούτε θεολογικά, ούτε οργανωτικά, ούτε λειτουργικά, και ότι, ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός ότι το Ισλάμ, όλο το Ισλάμ, δήθεν δεν επιτρέπει την αναπαραγωγή της ανθρώπινης εικόνας, ή ακόμη και των ζωντανών όντων, αντιστοιχεί σε μια προκατάληψη τόσο τρέχουσα όσο και λανθασμένη. Καταρχάς, πρέπει να θυμόμαστε ότι στο μουσουλμανικό κόσμο δεν υπάρχουν δογματικά-κανονιστικά ιδρύματα, δηλαδή δεν υπάρχουν Εκκλησίες· Ως εκ τούτου, είναι αδύνατον να μιλάμε για μια μουσουλμανική δογματική ή ακόμη και για μια “ορθοδοξία”. Επομένως, η έννοια της “αίρεσης” είναι επίσης, από μόνη της, ανεφάρμοστη στον μουσουλμανικό κόσμο. 

Η απαγόρευση της αναπαράστασης του Θεού και των ζωντανών όντων, όπως είναι γνωστό, πηγάζει από μια βιβλική υπόδειξη που τηρείται αυστηρά από τους Εβραίους και ενυπάρχει ως τάση και στους μουσουλμάνους για τον ίδιο λόγο: για να αποτρέψει τις εικόνες από το να ανοίξουν με κάποιο τρόπο το δρόμο σε κάποια μορφή ειδωλολατρίας και να διακριθούν σαφώς από τους «ειδωλολάτρες».  Είναι ο ίδιος βασικός λόγος που προήδρευσε της εξάπλωσης του εικονοκλαστικού κινήματος τον 8ο αιώνα μ.Χ. 

Στο Ισλάμ  – εκτός από τους  σουνίτες, τους σιίτες και τους χαριτζίτες, οι οποίοι διαφέρουν κυρίως στην αξιολόγηση των “κανονικών γραφών” – υπάρχουν διάφορες θεολογικές-νομικές σχολές- και όλοι συμφωνούν στην απαγόρευση της απεικόνισης του Θεού. Υπάρχουν όμως μουσουλμανικές παραδόσεις  με μακρά ιστορία από την άποψη των εικονογραφικών παραδόσεων: δεν απεικονίζουμε τον Θεό, αλλά μπορούμε να απεικονίσουμε τον Προφήτη Μουχαμάντ (συνήθως καλυμμένο ή με το πρόσωπο τυλιγμένο στις φλόγες), τους άλλους προφήτες – οι εικόνες του Ιησού και της Μαρίας, ειδικά στην σιιτική-περσική παράδοση εικονογράφησης και μινιατούρας, είναι πολύ όμορφες -, τους αγγέλους, καθώς και άνδρες, γυναίκες , ζώα κ.λπ. Συχνά επίσης οι εικόνες είναι τολμηρές (σκέφτομαι τη γλυπτική της δυναστείας των Ουμαγιάδων  του 7ου-8ου  αιώνα ή ορισμένες εικόνες από την Αλάμπρα στην Γρανάδα). 

Είναι αλήθεια ότι τους τελευταίους αιώνες, ειδικά από αντίδραση στην επαφή με τη Δύση, η ανεικονική μουσουλμανική παράδοση έχει ενισχυθεί σε πολλές σχολές και σε ορισμένες περιπτώσεις έφθασε σε επίπεδα αυστηρότητας που θυμίζουν την εβραϊκή Παλαιά Διαθήκη. Αυτό εμφανίστηκε ιδιαίτερα σε ορισμένες αιρέσεις, όπως οι Γουαχαβίτες της Σαουδικής Αραβίας. Ωστόσο, όλα αυτά συνέβησαν πάντα με πολλές αβεβαιότητες και αντιφάσεις (αν ίσχυε αυτό θα πρέπει επίσης να απαγορεύονται  πορτρέτα και φωτογραφίες, για να μην αναφέρουμε τον κινηματογράφο και την τηλεόραση). 

Είναι αλήθεια ότι, ενώ οι θεολογικές και νομικές γνωμοδοτήσεις επί του θέματος διατυπώνονται και διαφοροποιούνται από αυτή την άποψη, τα τελευταία χρόνια έχει, από την άλλη, διαδοθεί κι ενισχυθεί στα λαϊκά ρεύματα πιετισμού, ειδικά στον σουνιτικό φονταμενταλιστικό κόσμο, μια ανεικονικότητα που σε ορισμένες περιπτώσεις συνορεύει με την εικονοφοβία. Αυτό το “λαϊκό” Ισλάμ, αρκετά ισχυρό σε προπαγανδιστικό και  δημαγωγικό επίπεδο, τονίζει την ανάγκη να διαφοροποιηθεί σε σχέση με τους Δυτικούς και τους χριστιανούς. 

Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η επιλογή της Αγίας Σοφίας από την τουρκική κυβέρνηση απορρέει από μια ισχυρή πολιτική επιρροή· Από την άλλη πλευρά, η σημερινή κυβέρνηση πρέπει να λάβει υπόψη της την καλλιτεχνική σημασία του μνημείου, την τουριστική εισροή, την κρίση που εκφράζεται διεθνώς και ούτω καθεξής. Το πέπλο που καλύπτει τις ανθρώπινες εικόνες που υπάρχουν στη Αγία Σόφια κατά τη διάρκεια της προσευχής είναι επομένως μια εμπειρική λύση που στοχεύει στην πρακτική επίλυση ενός προβλήματος. Οι τουρίστες που επισκέπτονται χριστιανικές εκκλησίες κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας κινδυνεύουν επίσης να βρουν ιερές εικόνες, κυρίως εσταυρωμένους, “καλυμμένους”. Ας πούμε ότι πρόκειται για ένα μέτρο εμπνευσμένο από pietas, το οποίο στοχεύει στο “να μην δίνουμε σκάνδαλο”,  που στηρίζεται σε φτωχές και εύθραυστες θεολογικές αιτιολογήσεις και εξαρτάται κυρίως από πολιτικά και προπαγανδιστικά αίτια εσωτερικά της Τουρκίας και από τις ισορροπίες που επικρατούν στον ισλαμικό κόσμο.


traduzione dall’italiano di Dimitri Deliolanes
μετάφραση από τα ιταλικά του Δημήτρη Δεληολάνης

Η Αγία Σοφία, το Ισλάμ, η νεωτερικότητα ultima modifica: 2020-08-03T21:11:56+02:00 da Φράνκο Καρντίνι

Lascia un commento